HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of γυμνο- | Babel Free

Phrase CEFR B1
/ʝi.mno/

Ορισμοί

  1. α’ συνθετικό που δείχνει το μέρος (του σώματος) που είναι γυμνό, χωρίς ρούχο ή σκέπασμα
  2. α’ συνθετικό που δείχνει την απουσία αυτού που δηλώνει το β’ συνθετικό

Παραδείγματα

“γυμνοσάλιαγκας”
“γυμνόστηθος”
“γυμνόρριζος”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See γυμνο- used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course