Meaning of γυμνο- | Babel Free
/ʝi.mno/Ορισμοί
- α’ συνθετικό που δείχνει το μέρος (του σώματος) που είναι γυμνό, χωρίς ρούχο ή σκέπασμα
- α’ συνθετικό που δείχνει την απουσία αυτού που δηλώνει το β’ συνθετικό
Παραδείγματα
“γυμνοσάλιαγκας”
“γυμνόστηθος”
“γυμνόρριζος”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.