Meaning of γυμνικός | Babel Free
Ορισμοί
- αγώνας ή αγώνισμα στο οποίο οι αθλητές αγωνίζονται γυμνοί
- σχετικός με τη γυμνότητα
-
γυμναστικός dated
Παραδείγματα
“γυμνικοί αγώνες”
“γυμνικός χορός”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.