Meaning of γλωσσική παρεμβολή | Babel Free
/ɣlo.siˈci pa.ɾeɱ.voˈli/Ορισμοί
φαινόμενο κατά το οποίο η γνώση μιας γλώσσας (συνήθως της μητρικής) επηρεάζει την εκμάθηση ή χρήση μιας δεύτερης, είτε αρνητικά (αρνητική παρεμβολή), είτε θετικά (θετική παρεμβολή)
Παραδείγματα
“※ 1951 Εὐάγγελος Παπανοῦτσος, Παιδεία, Τεύχη 52-63, σελ. 482”
“※ 1967 Ἐπιστημονικὴ Ἐπετηρὶς τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν”
“※ 2001 Βασιλική Δενδρινού, Γλωσσικές πλευρές της διγλωσσίας και της απόκτησης της γλώσσας, πρόσβαση: 11. 2. 2026”
“※ 2018 Αικατερίνη Μητροπούλου, Η γλωσσική παρεμβολή στην εκμάθηση της ελληνικής ως Γ2 ως πηγή παραγωγής λαθών, πρόσβαση: 11. 2. 2026”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.