HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

γλωσσίτιδα

Ουσιαστικό CEFR B2

Ορισμοί

οξύ ή χρόνιο φλεγμονώδες οίδημα της γλώσσας που μεταβάλλει την υφή, το χρώμα και τη λειτουργία της, συνήθως λόγω λοίμωξης, αλλεργίας ή ελλείψεων (βιταμινών, π.χ. Β₁₂, φυλλικού οξέος ή σιδήρου, που διαταράσσουν την υγεία του βλεννογόνου της γλώσσας)

Ισοδύναμα

Englishglossitis
Españolglositis
Françaisglossite
8 more languages
DeutschGlossitis
Italianoglossite
日本語舌炎
Nederlandsglossitis
Românăglosită
中文舌炎
繁體中文舌炎

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη γλωσσίτιδα σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free