γλωσσίτιδα
Ορισμοί
οξύ ή χρόνιο φλεγμονώδες οίδημα της γλώσσας που μεταβάλλει την υφή, το χρώμα και τη λειτουργία της, συνήθως λόγω λοίμωξης, αλλεργίας ή ελλείψεων (βιταμινών, π.χ. Β₁₂, φυλλικού οξέος ή σιδήρου, που διαταράσσουν την υγεία του βλεννογόνου της γλώσσας)
Ισοδύναμα
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free