HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of γλωσσίτιδα | Babel Free

Noun CEFR B2

Ορισμοί

οξύ ή χρόνιο φλεγμονώδες οίδημα της γλώσσας που μεταβάλλει την υφή, το χρώμα και τη λειτουργία της, συνήθως λόγω λοίμωξης, αλλεργίας ή ελλείψεων (βιταμινών, π.χ. Β₁₂, φυλλικού οξέος ή σιδήρου, που διαταράσσουν την υγεία του βλεννογόνου της γλώσσας)

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See γλωσσίτιδα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course