γλυκόλυση
Ορισμοί
διαδοχική ενζυματική διεργασία κατά την οποία η γλυκόζη μετατρέπεται σε πυροσταφυλικό οξύ με ταυτόχρονη παραγωγή μικρής ποσότητας ενέργειας
Ισοδύναμα
8 more languages
Češtinaglykolýza
DeutschGlykolyse
Suomiglykolyysi
Italianoglicolisi
Portuguêsglicólise
Românăglicoliză
Русскийгликолиз
Tiếng Việtđường phân
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free