Meaning of γκρινιάζω | Babel Free
/ɡɾiˈɲazo/Ορισμοί
παραπονιέμαι διαρκώς ή πάντως παραπάνω από το μέσο όρο
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Αυτός ο άντρας όλο γκρινιάζει και δε λέει ποτέ κάτι θετικό.”
That man is always complaining and never says anything positive.
“Το μωρό τους πάντα γκρινιάζει αργά το βράδυ όταν θέλουμε να κοιμηθούμε.”
Their baby is always wailing late at night when we're trying to sleep.
“διαμαρτύρομαι για κάτι συγκεκριμένο, δυσανασχετώ με μουρμούρα, όχι επιθετικά και άμεσα, αλλά προσπαθώ να αλλάξω κάτι με το οποίο διαφωνώ χρησιμοποιώντας ως όπλο τη γρίνα μου”
“παραπονιέμαι επίμονα”
“※ Ζεσταίνονται σε ίδια φωτιά / Στρώνονται στα χαστούκια / Γκρινιάζουν και ανασταίνονται (Γεώργιος Σαραντάρης, Οι Έλληνες, 1939)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.