Meaning of γκλιτσαρισμένος | Babel Free
Ορισμοί
-
μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος γκλιτσάρω informal, internet-slang, neologism
-
που έχει χάσει την αναμενομένη του λειτουργία, έχει πάθει γκλιτσάρισμα και δεν αποδίδει σωστά informal, internet-slang, neologism
Παραδείγματα
“Για να αναπτυχθεί το παιχνίδι πριν την ανακοινωμένη ημερομηνία, οι προγραμματιστές έκαναν πολλές οικονομίες με αποτέλεσμα να βγει ημιτελής και γκλιτσαρισμένη η πρώτη κυκλοφορία.”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.