HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of γκλιτσαρισμένος | Babel Free

Verb CEFR C2

Ορισμοί

  1. μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος γκλιτσάρω
    informal, internet-slang, neologism
  2. που έχει χάσει την αναμενομένη του λειτουργία, έχει πάθει γκλιτσάρισμα και δεν αποδίδει σωστά
    informal, internet-slang, neologism

Παραδείγματα

“Για να αναπτυχθεί το παιχνίδι πριν την ανακοινωμένη ημερομηνία, οι προγραμματιστές έκαναν πολλές οικονομίες με αποτέλεσμα να βγει ημιτελής και γκλιτσαρισμένη η πρώτη κυκλοφορία.”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See γκλιτσαρισμένος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course