Meaning of γηρο- | Babel Free
/ʝi.ɾo/Ορισμοί
αʹ συνθετικό για το σχηματισμό σύνθετης λέξης που προσδίδει στο β΄ συνθετικό τη σημασία ή τα χαρακτηριστικά τού γήρατος, της γεροντικής ηλικίας
Παραδείγματα
“γηροκομείο”
“γηριατρική”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.