γεώμηλον
Ορισμοί
-
το γεώμηλο· κοινώς πατάτα, το φυτό στρύχνος ο κονδυλόρριζος (Solanum tuberosum) Katharevousa
-
ο εδώδιμος υπόγειος κόνδυλος του φυτού αυτού broadly
Παραδείγματα
“※ 1828 ⌘ Γρηγόριος Παλαιολόγος, Ἑρμηνεία τῆς καλλιεργείας τοῦ γεωμήλου καὶ τῶν ὠφελιμοτέρων αὐτοῦ χρήσεων, Ἐν Παρισίοις, ἐκ τῆς τυπογραφίας τοῦ Φιρμίνου Διδότου, σελ. 7”
“※ 1828 ⌘ Γρηγόριος Παλαιολόγος, Ἑρμηνεία τῆς καλλιεργείας τοῦ γεωμήλου καὶ τῶν ὠφελιμοτέρων αὐτοῦ χρήσεων, Ἐν Παρισίοις, ἐκ τῆς τυπογραφίας τοῦ Φιρμίνου Διδότου, σελ. 8”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free