Meaning of γαϊδουρο- | Babel Free
/ɣai̯.ðu.ɾo/Ορισμοί
- το γαϊδούρι ως πρώτο συνθετικό που
- δηλώνει ότι το δεύτερο συνθετικό έχει σχέση ή αναφέρεται ή έχει χαρακτηριστικά του γάιδαρου
-
χαρακτηρίζει αγενή ή απρεπή συμπεριφορά figuratively, offensive
-
χαρακτηρίζει κάτι υπερβολικά μεγάλο, συνήθως ενοχλητικό ή άγαρμπο figuratively
Παραδείγματα
“γαϊδουρομούλαρο”
“γαϊδουρόγαλα”
“γαϊδουράγκαθο”
“γαϊδουράνθρωπος”
“γαϊδουροπόδαρο”
“γαϊδουρόβηχας”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.