Meaning of γαλατάς | Babel Free
/ɣa.laˈtas/Ορισμοί
- αυτός που πουλάει γάλα
- ανδρικό επώνυμο
- ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Γαλατά)
- αυτός που διανέμει στα σπίτια φρέσκο γάλα
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
-
μεγάλη, αδιαφανής μπίλια γαλακτερού χρώματος που χρησιμοποιούσαν για παιχνίδια με μπίλιες dated
- το σημερινό Καρακόι, συνοικία της Κωνσταντινούπολης
Ισοδύναμα
English
Milkman
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.