HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

γαλατάς

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR B1
ɣa.laˈtas

Ορισμοί

  1. αυτός που πουλάει γάλα
  2. ανδρικό επώνυμο
  3. ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Γαλατά)
  4. αυτός που διανέμει στα σπίτια φρέσκο γάλα
  5. ονομασία οικισμών της Ελλάδας
  6. μεγάλη, αδιαφανής μπίλια γαλακτερού χρώματος που χρησιμοποιούσαν για παιχνίδια με μπίλιες
    dated
  7. το σημερινό Καρακόι, συνοικία της Κωνσταντινούπολης

Ισοδύναμα

EnglishMilkman
Españollechero
29 more languages
Българскигалатамлека́р
বাংলাগোয়ালা
Catalàlleter
Češtinamlékař
DeutschMilchmann
हिन्दीदूधवाला
Italianolattaio
Кыргызчасүтчү
LëtzebuergeschMëllechmann
Македонскимлекар
Nederlandsmelkboer
Polskimleczarz
Portuguêsleiteiro
Românălăptar
Slovenčinamliekar
Српскиmlekarмлекар
Svenskamjölkbud
Türkçesütçü

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη γαλατάς σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free