Meaning of γέρασε | Babel Free
/ˈʝe.ɾa.se/Ορισμοί
- γ' πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου του ρήματος γερνάω / γερνώ
- β' πρόσωπο ενικού προστακτικής αορίστου του ρήματος γερνάω / γερνώ
Παραδείγματα
“Older form: εγέρασε (egérase)”
“Alternative form: γέρνα (gérna)”
“παλιότερος τύπος: εγέρασε”
“άλλες μορφές: γέρνα”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.