γάντζος
Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
- μεταλλικό άγκιστρο για να κρεμιούνται ή να σηκώνονται βάρη
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Ο Γάντζος είναι γνωστός δικηγόρος στην πόλη.”
Gantzos is a well-known lawyer in the city.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free