Meaning of βρούχος | Babel Free
/ˈvɾu.xos/Ορισμοί
-
βρυχηθμός, ήχος όμοιος με βρυχηθμό idiomatic
-
θόρυβος idiomatic
- είδος ακρίδας χωρίς φτερά, έντομο της τάξης Κολεόπτερα της οικογένειας των Βρουχιδών που προκαλεί ζημιές σε διάφορα όσπρια
- ανδρικό επώνυμο
Παραδείγματα
“ο βρούχος των κυμάτω [sic] (από δημοτικό τραγούδι)”
“※ Κι ευτύς ο βουρκωμένος κάμπος με τόσο βρούχος εσείστη (Νίκος Καζαντζάκης, μετάφραση της Θείας Κωμωδίας του Δάντη (Dante), Κόλαση, 3.3.)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.