Meaning of βροντο- | Babel Free
/vɾon.do/Ορισμοί
- πρώτο συνθετικό
- για το δεύτερο συνθετικό
- που δηλώνει πολύ δυνατό ήχο
- που αφορά σχέση με τη βροντή ή φαινόμενα που τη συνοδεύουν
- ονομασίες ζώων που έχουν εξαφανιστεί
Παραδείγματα
“βροντοχτυπάω”
“βρονταποκρίνομαι”
“βροντόφωνος”
“βροντόμετρο”
“βροντόσαυρος”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.