Σημασία του βουρκόλακα | Babel Free
Ορισμοί
genitive/accusative/vocative singular of βουρκόλακας (vourkólakas)
accusative, form-of, genitive, masculine, singular, vocative
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.