Σημασία του βουρκόλακες | Babel Free
Ορισμοί
nominative/accusative/vocative plural of βουρκόλακας (vourkólakas)
accusative, form-of, masculine, nominative, plural, vocative
Επίπεδο CEFR
C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.