HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of βουλγαρικός | Babel Free

Adjective feminine CEFR C1
/vulˈɣa.ɾi.kos/

Ορισμοί

  1. σχετικός με τη Βουλγαρία ή τους Βουλγάρους
  2. άλλη μορφή του βουλγαρικός
    familiar

Ισοδύναμα

English Bulgarian

Παραδείγματα

“※ Οι βουλγαρικές πρωτοβουλίες, που δεν περιορίζονταν μάλιστα μόνο στη Θεσσαλονίκη, προκάλεσαν, όπως ήταν φυσικό, σοβαρές ανησυχίες στις ελληνικές αρχές· γι’ αυτό και απασχόλησαν εκτεταμένα τη διπλωματική αλληλογραφία του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών. Εξάλλου το κλίμα έντασης καλλιεργούσε έντεχνα και ο βουλγαρικός τύπος με συνεχείς προτροπές για πολεμική αναμέτρηση και για επικράτηση των Βουλγάρων στον μακεδονικό χώρο.”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See βουλγαρικός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course