Meaning of βουλγαρικών | Babel Free
Ορισμοί
-
γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βουλγάρικος genitive, masculine, plural
-
γενική πληθυντικού του βουλγαρικός genitive, plural
-
γενική πληθυντικού, θηλυκού γένους του βουλγάρικος feminine, genitive, plural
-
γενική πληθυντικού του βουλγαρική genitive, plural
-
γενική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του βουλγάρικος genitive, neuter, plural
-
γενική πληθυντικού του βουλγαρικό genitive, plural
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.