βόλεϊ
Ορισμοί
ομαδικό άθλημα που παίζεται από δύο ομάδες των έξι ατόμων σε γήπεδο χωρισμένο στη μέση με δίχτυ· κάθε ομάδα προσπαθεί να ρίξει την μπάλα στη μεριά των αντιπάλων, ώστε να ακουμπήσει στο έδαφος ή να αναγκάσει τους αντιπάλους να τη βγάλουν εκτός αγωνιστικού χώρου
Ισοδύναμα
EnglishVolleyball
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free