HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

βόλεϊ

Ουσιαστικό CEFR C2 Specialized
ˈvo.lei̯

Ορισμοί

ομαδικό άθλημα που παίζεται από δύο ομάδες των έξι ατόμων σε γήπεδο χωρισμένο στη μέση με δίχτυ· κάθε ομάδα προσπαθεί να ρίξει την μπάλα στη μεριά των αντιπάλων, ώστε να ακουμπήσει στο έδαφος ή να αναγκάσει τους αντιπάλους να τη βγάλουν εκτός αγωνιστικού χώρου

Ισοδύναμα

EnglishVolleyball

Παραδείγματα

“Παίζει βόλεϊ στην ομάδα του σχολείου.”

He plays volleyball on the school team.

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη βόλεϊ σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free