Meaning of βογάρισμα | Babel Free
Ορισμοί
- : η ενέργεια του βογάρω, η ώθηση ενός πλοίου, συνηθέστερα από ρυμουλκό
- η ώθηση λέμβου, ή "εν σειρά" συνδεδεμένων φορτηγίδων από άλλο μηχανοκίνητο μέσον(*)
- η ώθηση αρτάνης, με γάντζο ή με τα χέρια, εμπρός - πίσω, δεξιά - αριστερά
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.