Meaning of βλαστικός | Babel Free
/vla.stiˈkos/Ορισμοί
- που έχει σχέση με τη βλάστηση ή τον βλαστό, ανήκει σ’ αυτά ή αναφέρεται σ’ αυτά
- που συμβάλλει στη βλάστηση, στην αναπαραγωγή, στη γέννηση
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.