Meaning of βιάστηκα | Babel Free
/viˈa.sti.ka/Ορισμοί
- α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παθητικού αορίστου του βιάζω σημασία: μου άσκησαν βία
- α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παθητικού αορίστου του βιάζω σημασία: έκανα γρήγορα
Παραδείγματα
“I was forced”
“I was raped”
“I hurried, I rushed”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.