βελτιωτής
Ορισμοί
κάθε μηχανισμός, συσκευή ή πρόσωπο που έχει ως σκοπό να αναβαθμίζει ή να βελτιώνει την απόδοση, την ποιότητα ή τα χαρακτηριστικά κάποιου υλικού, συστήματος ή οργανισμού
Ισοδύναμα
8 more languages
Češtinazlepšovatel
Gaeilgeleasaitheoir
Gàidhligleasachair
Bahasa Indonesiapengaya
Latinacorrector
Svenskaförbättrare
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free