Meaning of βεβαιώσω | Babel Free
/ve.veˈo.so/Ορισμοί
- α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βεβαιώνω
- θα βεβαιώσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος βεβαιώνω
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.