HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of βεβαιώνομαι | Babel Free

Verb CEFR C1
/ve.veˈo.no.me/

Ορισμοί

  1. δηλώνεται από κάποιον η αλήθεια μιας πρότασης
  2. διαπιστώνομαι από επίσημη αρχή
  3. καθίσταμαι βέβαιος για κάτι μετά από σχετικό έλεγχο

Παραδείγματα

“βεβαιώνεται ότι ο Χ είναι κάτοικος Αθηνών”
“μετά από σχετικό έλεγχο βεβαιώθηκαν 4 παραβάσεις από την Αγορανομία”
“για να βεβαιωθείς ότι έχω δίκιο, κοίταξε τι γράφει αυτό το βιβλίο”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See βεβαιώνομαι used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course