Meaning of βεβαιώνομαι | Babel Free
/ve.veˈo.no.me/Ορισμοί
- δηλώνεται από κάποιον η αλήθεια μιας πρότασης
- διαπιστώνομαι από επίσημη αρχή
- καθίσταμαι βέβαιος για κάτι μετά από σχετικό έλεγχο
Παραδείγματα
“βεβαιώνεται ότι ο Χ είναι κάτοικος Αθηνών”
“μετά από σχετικό έλεγχο βεβαιώθηκαν 4 παραβάσεις από την Αγορανομία”
“για να βεβαιωθείς ότι έχω δίκιο, κοίταξε τι γράφει αυτό το βιβλίο”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.