Meaning of βεβαιωθεί | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βεβαιώνομαι
- γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βεβαιώνομαι
- θα βεβαιωθεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος βεβαιώνομαι
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.