Meaning of βγάλσιμο | Babel Free
/ˈvɣal.si.mo/Ορισμοί
- η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του βγάζω
- αφαίρεση, εξαγωγή
- εξάρθρωση
- αποσύνδεση
- απομάκρυνση αντικειμένου από την θέση του
Παραδείγματα
“≠ αντώνυμα: βάλσιμο”
“βγάλσιμο δοντιού, βγάλσιμο ματιού, βγάλσιμο καρφιού, βγάλσιμο αγκαθιού”
“βγάλσιμο χεριού, βγάλσιμο ποδιού, βγάλσιμο ώμου”
“βγάλσιμο του τηλεφώνου, βγάλσιμο από την πρίζα”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.