Meaning of βασιλόπουλο | Babel Free
/va.siˈlo.pu.lo/Ορισμοί
-
νεαρός γιος του βασιλιά (θηλυκό βασιλοπούλα) familiar
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
- αιτιατική ενικού του Βασιλόπουλος
-
γιοι ή κόρες, τα παιδιά του βασιλιά plural
Ισοδύναμα
English
Prince
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.