Meaning of Βασιλοπούλου | Babel Free
Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Βασιλόπουλος
-
γενική ενικού του Βασιλόπουλος formal
-
γενική ενικού του βασιλόπουλο genitive, singular
- γενική ενικού του Βασιλόπουλο (τοπωνύμιο)
Παραδείγματα
“άλλη μορφή: Βασιλόπουλου”
“άλλη μορφή: Βασιλοπούλου (λόγιο)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.