HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of Βασιλοπούλου | Babel Free

Noun CEFR C1

Ορισμοί

  1. γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Βασιλόπουλος
  2. γενική ενικού του Βασιλόπουλος
    formal
  3. γενική ενικού του βασιλόπουλο
    genitive, singular
  4. γενική ενικού του Βασιλόπουλο (τοπωνύμιο)

Παραδείγματα

“άλλη μορφή: Βασιλόπουλου”
“άλλη μορφή: Βασιλοπούλου (λόγιο)”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See Βασιλοπούλου used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course