βασάνισαν
Ορισμοί
γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βασανίζω
Παραδείγματα
“Οι δεσμώτες βασάνισαν τον αιχμάλωτο επί ώρες.”
The captors tortured the prisoner for hours.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free