βαρών
Ορισμοί
-
γενική πληθυντικού του βάρος genitive, plural
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
Παραδείγματα
“Η αντοχή των υλικών εξαρτάται από πολλούς παράγοντες βαρών.”
The strength of materials depends on many weight factors.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free