βαρεθήκατε
Ορισμοί
β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος βαριέμαι
Παραδείγματα
“Βαρεθήκατε να περιμένετε στην ουρά τόση ώρα;”
Did you get bored of waiting in line for so long?
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free