Meaning of βανάνα | Babel Free
/vaˈna.na/Ορισμοί
η μπανάνα
Παραδείγματα
“※ Αἱ πλέον ἐξαίρετοι ὀπῶραι, ὡς τὸ πιτυόμηλον, ἡ βανάνα, τὸ φοινίκιον, πορτογάλλιον, λεμόνιον, κίτρον, καὶ κακάον, εὑρίσκονται μόνον εἰς τὰς ἰσημερινὰς ἢ τροπικὰς χώρας.”
“※ (ως αρσενικό) Τινὲς δ’ αὑτῶν ἔχουσιν ὄλας τὰς ἰδιότητας τῶν ἡδυτέρων ὀπόρων ἠμῶν, τῶν ἀπίων, τῆς σταφυλῆς, τοῦ ῥοδακίνου, τοῦ βανάνα, καὶ τῶν ἄλλων, – ἔχουσι δηλαδὴ τὴν ὀσμήν των καὶ τὴν γεῦσίν των.”
“※ Βανάνα (ποικ. γν.)—Οὔτω καλοῦσιν οἱ κάτοικοι τῆς Γουϊνέας τὸν καρπὸν τῆς Βανανέας (βλ. λ.) ἡ δὲ ὀνομασία αὕτη ἐγενικεύθη καὶ παρὰ τοῖς ἄλλοις λαοῖς. Ἡ βανάνα εἶναι σφαίριον ἐπίμηκες, 8–10 ὑφεκατ. μήκους.”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.