Meaning of βαλλομένων | Babel Free
Ορισμοί
-
γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του βαλλόμενος genitive, masculine, plural
-
γενική πληθυντικού του βαλλόμενος genitive, plural
-
γενική πληθυντικού, θηλυκού γένους του βαλλόμενος feminine, genitive, plural
-
γενική πληθυντικού του βαλλόμενη και βαλλομένη genitive, plural
-
γενική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του βαλλόμενος genitive, neuter, plural
-
γενική πληθυντικού του βαλλόμενο genitive, plural
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.