HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

βαθμίδα

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR C2 Specialized
vaθˈmi.ða

Ορισμοί

  1. σκαλοπάτι, αναβαθμός
  2. βαθμός κατάταξης, σε μια ιεραρχημένη κλίμακα
    no-gloss

Ισοδύναμα

3 more languages
Bosanskigradeštep
Hrvatskigradeštep
Српскиgradeštep

Παραδείγματα

“Ανέβηκε την τελευταία βαθμίδα της σκάλας.”

He climbed the last step of the stairs.

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη βαθμίδα σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free