Meaning of βαδίσει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βαδίζω
- γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βαδίζω
- θα βαδίσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος βαδίζω
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.