Meaning of βίωμα | Babel Free
Ορισμοί
εμπειρία που αποκτά κάποιος όταν έχει ζήσει ένα σημαντικό ή καθοριστικό γεγονός προσωπικά
Παραδείγματα
“θρησκευτικό βίωμα, τραυματικό βίωμα, συλλογικό βίωμα (π.χ. της ελληνικής φυλής)”
“ο καθένας κρίνει με τα βιώματά του (ανάλογα με τις εμπειρίες του)”
“του έχει γίνει βίωμα (έντονη κατάσταση, βαθιά γνώση αρνητική ή θετική)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.