βίασες
Ορισμοί
β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βιάζω
Παραδείγματα
“Βίασες την απόφαση χωρίς να το σκεφτείς καλά.”
You rushed the decision without thinking it through.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free