αφύγρανση
Ορισμοί
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αφυγραίνω
- αφαίρεση ατμοσφαιρικής υγρασίας μέσω αφυγραντικής συσκευής όπως ο αφυγραντήρας
Ισοδύναμα
5 more languages
Παραδείγματα
“※ 2003 Αρχαιολογικόν δελτίον, Τόμος 52, σελ. 1003”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free