Meaning of αφρο- | Babel Free
/a.fɾo/Ορισμοί
- σχετικά με τον αφρό
- που περιέχει ή αναφέρεται σε αφρό
- που έχει τις ιδιότητες του αφρού, όπως η λευκότητα, που είναι αφράτος, μαλακός, σαν τον αφρό
- σχετικά με την Αφρική
- που αφορά Αφρικανό ή αφρικανική καταγωγή
- που αφορά γλώσσα, αντικείμενο ή προϊόν αφρικανικό
Ισοδύναμα
English
Afro-
Παραδείγματα
“αφρόκρεμα, αφρογέννητη”
“αφρογάλαζος”
“Αφροαμερικανός”
“αφροαμερικανικός”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.