αφιέρωσα
Ορισμοί
α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αφιερώνω
Παραδείγματα
“Αφιέρωσα όλο μου το Σαββατοκύριακο στη μελέτη.”
I devoted my whole weekend to studying.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free