Meaning of αφθαρσία | Babel Free
/a.fθaɾˈsi.a/Ορισμοί
το να είναι κάτι (ή κάποιος) άφθαρτο(ς), να μην φθείρεται, αλλά να διατηρεί την αρχική του κατάσταση ή ιδιότητες αναλλοίωτες, παρ’ όλο το πέρασμα του χρόνου
Ισοδύναμα
English
Indestructibility
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.