Meaning of αυτοκαταστροφικών | Babel Free
Ορισμοί
-
γενική πληθυντικού του αυτοκαταστροφικός genitive, plural
-
γενική πληθυντικού του αυτοκαταστροφική genitive, plural
-
γενική πληθυντικού του αυτοκαταστροφικό genitive, plural
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.