HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αυτοκατευθυνόμενος | Babel Free

Adjective CEFR C2

Ορισμοί

  1. που καθορίζει μόνος του την πορεία ή τον τρόπο δράσης του, χωρίς άμεση εξωτερική παρέμβαση
  2. που διαθέτει μηχανισμό εντοπισμού και διόρθωσης της πορείας του, ώστε να φθάνει αυτόνομα στον στόχο

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αυτοκατευθυνόμενος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course