αυτογενής
Ορισμοί
που δημιουργείται, εξελίσσεται ή λειτουργεί αποκλειστικά από δικούς του πόρους ή στοιχεία, χωρίς εξωτερική παρέμβαση
Ισοδύναμα
7 more languages
Deutschautogen
Ελληνικάαυτοδημιούργητος
Suomiautogeeninen
Italianoautogeno
Nederlandsautogeen
Polskisamorodny
Παραδείγματα
“※ Συγκριτική μελέτη της σύνδεσης αυτογενούς οστικού μοσχεύματος με διαφορετικής επεξεργασίας εμφυτεύματα. Ιστολογική μελέτη (Αλέξανδρος Βέης, Εθνικό Αρχείο Διδακτορικών Διατριβών, ΑΠΘ, 2002 https://www.didaktorika.gr/eadd/handle/10442/14773)”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free