HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αυτεπαγωγή | Babel Free

Noun feminine CEFR B2
/a.fte.pa.ɣoˈʝi/

Ορισμοί

ιδιότητα ηλεκτρικού αγωγού κατά την οποία μία μεταβολή στην ένταση του ηλεκτρικού ρεύματος που τον διαρρέει δημιουργεί μία ηλεκτρεγερτική δύναμη (τάση) στα άκρα του σύμφωνα με τον τύπο ;v(t)=Ldi(t)/dt, όπου L ο συντελεστής αυτεπαγωγής.

Ισοδύναμα

English Inductance

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αυτεπαγωγή used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course