Meaning of αυτεπιστασία | Babel Free
/a.fte.pi.staˈsi.a/Ορισμοί
η φροντίδα και επιστασία της κατασκευής ενός τεχνικού έργου από τον οργανισμό, το πρόσωπο κ.λπ. που ενδιαφέρεται άμεσα για το έργο αυτό
Παραδείγματα
“ο δημοτικός κήπος διαμορφώθηκε με την αυτεπιστασία του δήμου”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.