Meaning of αυταπάρνηση | Babel Free
/af.taˈpaɾ.ni.si/Ορισμοί
το να απαρνιέται κάποιος τον εαυτό του για τους άλλους, να θυσιάζει τα συμφέροντα του για καλό σκοπό
Ισοδύναμα
English
self-denial
Παραδείγματα
“※ Οἱ λόγιοι, καθὰ σπανιότεροι, ἀπελάμβανον μεγαλειτέρας τότε τιμῆς, ἦσαν δ' ἐν γένει τῆς τοιαύτης τιμῆς ἄξιοι, διότι ἐγνώριζον καλῶς ὅσα ἐπηγγέλλοντο ὅτι γνωρίζουν, καὶ εἰργάζοντο μετ’ αὐταπαρνήσεως πρὸς φωτισμὸν τοῦ Γένους. (Δημήτριος Βικέλας, Λουκής Λάρας, κεφάλαιο Γ΄, 1879)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.