Meaning of Ασύρτικο | Babel Free
Ορισμοί
- κλασική ποικιλία αμπέλου που καλλιεργείται σχεδόν σε όλη την Μεσόγειο, κατάγεται από την Σαντορίνη απ΄ όπου και εξαπλώθηκε η καλλιέργειά της, παράγει λευκό κρασί και κυρίως λιαστό
- ελληνική ποικιλία λευκού σταφυλιού, γνωστή για τη φυσική οξύτητα και την ικανότητά της να παράγει ξηρά κρασιά με έντονο, ορυκτώδη χαρακτήρα
-
το ξηρό κρασί με έντονο, ορυκτώδη χαρακτήρα, που παράγεται από την παραπάνω ποικιλία σταφυλιού figuratively
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.